αγκωναράκι

формы словаβ
αγκωναράκι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αγκωναράκι? —


αρτοπαρασκευαστήςαρτιγέννητοςπρόσηβοςεμβλέπωχοροδιδασκαλικήκαύκαλοτσιρλιάρηςαπλυσιάγλίτζααυτοαναίρεσηθεματολογίααστρονομικάγυμνασιόπαιδοτριμηνιαίοςαμέθυστοςγλυκομεθάωεξαγνισμόςγναθοχειρουργόςμαίνουλαεκγερμανισμόςετοιμάζω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit