Новогреческий словарь
πολυνευρίτιδα
πολυνευρίτιδα
η мед.
полиневрит
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
полиневрит
? —
πολυνευρίτιδα
как с
(ново)греческого
переводится слово
πολυνευρίτιδα
? — полиневрит
#
(ново)греческий словарь
—
προστατευτικό
—
μπότι
—
παρονομάζομαι
—
μετάπλασμα
—
γούσα
—
αλευροποιείον
—
ελληνορράπτης
—
δεινοπαθής
—
ανθρωπολογικός
—
τετοιώνω
—
διαλύζω
—
δυϊστής
—
εμπυρευμάτιση
—
δασμολογία
—
εμποροκαπετάνιος
—
εθνοκτόνος
—
μονόστηλος
—
ασημοκάπνισμα
—
αποτρώγω
—
διαμαρτυρημένος
—
βρίσκομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,