μοναστηριακός

формы словаβ
μοναστηριακός
монастырский



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово монастырский? — μοναστηριακός
как с (ново)греческого переводится слово μοναστηριακός? — монастырский


κακοχρονιάνυκτοβάτηςσυμπυροβολισμόςτοκογλύφοςφλέγωκατάλυμακλιμακοστάσιογεροντικόγόμματύφοςκωλόχορτοπεύκοςψελλισμόςγλωσσάαυτοαιμοθεραπείαπρωτοβρόχιτειχοδομίαβάτοςσκρόφαάκανθοςελευθεριακός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit