Новогреческий словарь
αλωπεκιώ
αλωπεκιώ
лысеть
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
лысеть
? —
αλωπεκιώ
как с
(ново)греческого
переводится слово
αλωπεκιώ
? — лысеть
#
(ново)греческий словарь
—
βοϊδόπετσα
—
αφόρτιστος
—
ελεγκτής
—
αποσελλώνω
—
ανάπτυγμα
—
ουσιαστικοποιημένος
—
οχταετία
—
χιλιετία
—
αμαζονικός
—
φυσιολατρικός
—
τσεχοσλοβακικός
—
ασύγχυστος
—
γλυκοτραγουδισμένος
—
ανοξαιμία
—
παραφέντης
—
μπριζολίτσα
—
προαιώνιος
—
ζευγαρίζω
—
ασκημομούρης
—
πυθμένιον
—
μετάπλασμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,