μοναρχικώς

формы словаβ
μοναρχικώς



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово μοναρχικώς? —


ιμπρεσσιονιστήςπροαποβίωσησοδομιστήςαρτοπρατήριονάγγελμαραβαΐσιψούνιογεωλογίαμελαχροινάδαπροπαρασκευήαχυράνθρωποςξελέπισμαραντιστικόςκαθαρογράφοςζαχάρωμαφθορίζωαπογένομαιαντικαθρεφτίζωανακρίβειαμακέλεμαπαράλια




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit