ενορία

формы словаβ
ενορία
η церковный приход



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово церковный приход? — ενορία
как с (ново)греческого переводится слово ενορία? — церковный приход


πρωτομαγιάτικαδουλεύτραγεράματανεοελληνικήανδροκρατούμενοςερωμανίαπαγίδιενδιαφέρονδιαμπάξοικτείρωτεμπελχανιόψύλλισμαεύφλεκτοςΟκτώβριοςφυσιατρικήψιλολόικλειδοκράτοραςτονωτικόςέποςγιουρουστίζάωπιθανοκρατία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit