Новогреческий словарь
αντίδερο
αντίδερο
το 1)
ответный подарок
;
2) церк.
просфора
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
ответный подарок
? —
αντίδερο
как на
(ново)греческом
будет слово
просфора
? —
αντίδερο
как с
(ново)греческого
переводится слово
αντίδερο
? — ответный подарок, просфора
#
(ново)греческий словарь
—
ανθρωποσφαγείο
—
σκαλπέλλο
—
λιθογόνος
—
ξεφαντωμένος
—
κρασοπότι
—
ενωρίτερον
—
ρέψιμο
—
πάνσοφος
—
δουλευτάρα
—
ανεξόδιαστος
—
αργασμένος
—
εξωφρενισμός
—
επινοηματικός
—
μακάρι
—
άπωσον
—
γαλλικός
—
εύθραυστος
—
αναδίνω
—
τριπλά
—
ασπροφορώ
—
αρτοδοσιά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,