Новогреческий словарь
προσεφύην
προσεφύην
αόρ. от προσφύομαι
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
προσεφύην
? —
#
(ново)греческий словарь
—
συγκεκαλυμμένος
—
χειρομάντης
—
λιχουδεύομαι
—
τσεκούρα
—
εσβέσθην
—
μηνιάτικο
—
ενθουσιάζομαι
—
συρματοποιώ
—
αξιοθέατος
—
γρανίτσα
—
αξιομίμητος
—
παράγγελμα
—
μπέϊκα
—
δευτεροπαντρεύομαι
—
βούλημα
—
παμβαλκανικός
—
ανοικοδόμηση
—
αριστεροφέρνω
—
σμηναγός
—
τσαλακώνομαι
—
ματοτσίνουρο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,