Новогреческий словарь
σχετικότητα
σχετικότητα
1)
относительность
;
η θεωρία τής ~ς — теория относительности
;
2)
соответствие
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
относительность
? —
σχετικότητα
как на
(ново)греческом
будет слово
соответствие
? —
σχετικότητα
как с
(ново)греческого
переводится слово
σχετικότητα
? — относительность, соответствие
#
(ново)греческий словарь
—
ατρωσία
—
γνωστοποιώ
—
βενζίνη
—
σπορευτός
—
αφροδισία
—
ωτοσκόπηση
—
νεανίδα
—
κινητικός
—
χορταριάζω
—
προεξοφλητέος
—
ρούζ
—
συσταλτικός
—
αγούλιαστος
—
επηρεαστικός
—
ανευφήμία
—
ανασχηματισμός
—
ψυχοπλακωτικός
—
εξανάσταση
—
τετράποδο
—
αναρπάζομαι
—
μυλίτης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,