Новогреческий словарь
σιτάρι
σιτάρι
το 1)
пшеница
;
2) мн.ч.
хлеба, зерновые
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пшеница
? —
σιτάρι
как на
(ново)греческом
будет слово
хлеба
? —
σιτάρι
как на
(ново)греческом
будет слово
зерновые
? —
σιτάρι
как с
(ново)греческого
переводится слово
σιτάρι
? — пшеница, хлеба, зерновые
#
(ново)греческий словарь
—
αναποφάσιστος
—
βρεχάμενα
—
κατηφής
—
πύξινος
—
βόμβυκας
—
δανειστήριο
—
αυτοχθονισμός
—
λυμένος
—
αναθέρμανση
—
εντερορραφία
—
τσιγαράκι
—
ράγισμα
—
αμπροστερεύω
—
οργανοπλαστία
—
καρφιτσοθήκη
—
αμφισβητήσιμος
—
κινηματίας
—
λευκάνσιμος
—
καταδίνω
—
καταδικασμένος
—
κωδικοποίηση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,