Новогреческий словарь
γοερότητα
γοερότητα
(-ητος) η
стон; вопль, рыдание
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
стон
? —
γοερότητα
как на
(ново)греческом
будет слово
вопль
? —
γοερότητα
как на
(ново)греческом
будет слово
рыдание
? —
γοερότητα
как с
(ново)греческого
переводится слово
γοερότητα
? — стон, вопль, рыдание
#
(ново)греческий словарь
—
σκάθαρος
—
πέταυρο
—
αλατοπωλείο
—
αγριομηλιά
—
χαμάμι
—
αστροπλάνο
—
αναγνώριση
—
καρμίρα
—
εξαγωγή
—
εδωπάνου
—
δεκαεπταετία
—
φράγκικα
—
σταθήτε
—
ακακοποίητος
—
κινηματογραφία
—
κηρογραφία
—
τσιτσέκι
—
διαγλύφω
—
εγκλείστως
—
σελεμιάζω
—
δυσκολοβάσταχτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,