Новогреческий словарь
αποζητιέμαι
αποζητιέμαι
быть желанным
;
τό χειμώνα ~ιέται η σόμπα — зимой очень хочется посидеть у печки
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
быть желанным
? —
αποζητιέμαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
αποζητιέμαι
? — быть желанным
#
(ново)греческий словарь
—
απαντέχω
—
ελαιόδενδρον
—
πεδουκλώνω
—
αργολόγος
—
γηθοσύνη
—
βουβός
—
σαγματοποιός
—
προσβάσιμος
—
αποπαίδι
—
κοκκωβίνα
—
θηλή
—
υπαξιωματικός
—
δασονομικός
—
καβαλιέρος
—
μaιευτήριο
—
βιράρισμα
—
υλακτώ
—
πενθημερία
—
ζώνομαι
—
γλωσσοκομπιάζω
—
αφιλομάθεια
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,