καρικατουρίστας

формы словаβ
καρικατουρίστας
ο карикатурист



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово карикатурист? — καρικατουρίστας
как с (ново)греческого переводится слово καρικατουρίστας? — карикатурист


οφθαλμοπορνείακουβεντιάζωστρατοπεδευμένοςξεστρίβομαιεθελοθυσίοαναπλαστικήαποσπεριάτικοςκουβεντολόιανώιεκταίοςεβονίτηςπολύκλαυστοςπροσάπτωπρωτευουσιάνικοςλιβελλογραφώλούστροςεπαίρωβασταγάριάυστεροβουλίαζημίωμααβλάστητος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit