Новогреческий словарь
σκορδόπιστος
σκορδόπιστ|ος
ο шутл.
любовник
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
любовник
? —
σκορδόπιστος
как с
(ново)греческого
переводится слово
σκορδόπιστος
? — любовник
#
(ново)греческий словарь
—
προσωπιδοφορία
—
παντοχή
—
σοφολογιώτατος
—
μυλίτης
—
τάλαντο
—
κρύσταλλος
—
αθυρματοποιία
—
ηφαιστειώδης
—
μουλιάζω
—
απαλλαγέντας
—
εκατοστή
—
γελασιάρικος
—
απλούστευση
—
τουρκοσπορίτης
—
αλληλοδράνεια
—
τερματίζω
—
πηγαδάς
—
εντύλιγμα
—
αχάραγα
—
τριτοετής
—
οβελός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,