Новогреческий словарь
καψουρεύομαι
καψουρεύομαι
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
καψουρεύομαι
? —
#
(ново)греческий словарь
—
χωματένιος
—
ολόσγουρος
—
μεταλλοχημικός
—
κοττέτσι
—
ομογάλακτος
—
πεντηκονταετηρίδα
—
αντιφιλοδοξώ
—
περίγελως
—
σταθμοδείκτης
—
διεκδικητικός
—
αποτελεσματικά
—
νεφάριος
—
φωταγώγία
—
υπερένταση
—
γουργούρι
—
στάχτη
—
σουραύλι
—
διαθρύπτω
—
νεογέννητο
—
προϊστορικός
—
μέντα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,