Новогреческий словарь
συμβολικός
συμβολικός
символический
;
~ή παράσταση — символическое изображение
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
символический
? —
συμβολικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
συμβολικός
? — символический
#
(ново)греческий словарь
—
κοντραστάρω
—
σέβαση
—
κουρσεύω
—
αψός
—
ξεθάμπωμα
—
κληροδόχος
—
καθεαυτού
—
κατέχομαι
—
ψεσινός
—
καθοσιώνω
—
μειονότητα
—
δεντροφύτεμα
—
κοιλιακά
—
προσευχητήριο
—
μοργάρω
—
εξαγνίζω
—
επαγωγός
—
διαβατήριος
—
αποκοιμιστικός
—
μουλάς
—
παλαντσάρω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,