τηλεχειριστήριο

формы словаβ
τηλεχειριστήριο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово τηλεχειριστήριο? —


αναχρονιστικώςαπομονώνωκοντόμυαλοςαριόςδούλοςστρατιωτικοποιώλευκοκύτταροεπικλητικόςυποβλάστηςυπεροψίαλεπτόπουςσκαμπανεβάζωχαφιεδισμόςπιστοδοτώψευδόδερμαθεουργόςμεθεόρτιοςαλληλοεξόντωσηφλομωμένοςεξιστόρησηδυσμετάπειστος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit