στράκα

формы словаβ
στράκα
η щелчок;
          κάνω ~ες — щёлкать;
          χτυπώ ~ στή μύτη (στό κούτελο) — щёлкать по носу (по лбу) ;
          κάνω ~ες μέ τά δάχτυλα — щёлкать пальцами;

===
          κάνω ~ες — производить впечатление, иметь успех



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово щелчок? — στράκα
как с (ново)греческого переводится слово στράκα? — щелчок


εταιριστήςσκουφάτοςχωριστικόςηλεκτροβιογένεσημητροσκόπησηεφημεριδοποιόςθερμοφωταύγειαεσπερίςπειθάρχησημήλιοςβιόσφαιραυπόεργατόπαιδοανοπλώρισμαμουσαφίρισσαασταχυολόγητοςκόμψευμαανυποταξίαστρωμνήνευράξοναςαμόνοιαστος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit