Новогреческий словарь
μεγαθήριο
μεγαθήριο
το 1) палеонт.
мегатерий
;
2) перен.
громадина
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
мегатерий
? —
μεγαθήριο
как на
(ново)греческом
будет слово
громадина
? —
μεγαθήριο
как с
(ново)греческого
переводится слово
μεγαθήριο
? — мегатерий, громадина
#
(ново)греческий словарь
—
φαρμακοδυναμικός
—
σκορβουτικός
—
προσεύχομαι
—
οσφρητικότητα
—
αστοχώ
—
ιγνυακός
—
κλοψούρα
—
χιονισμένος
—
γενικεύσιμος
—
ασφαλώς
—
μισοβράζω
—
περαματάρης
—
πυρακτώνω
—
αναστατικός
—
επίστρατος
—
κλιματισμός
—
βραδύπεπτος
—
τορπιλλάκατος
—
ατυχία
—
γουροονοειδής
—
μακελλειό
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,