Новогреческий словарь
αρχιεροσύνη
αρχιεροσύνη
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αρχιεροσύνη
? —
#
(ново)греческий словарь
—
υφαντής
—
αμερικανόδουλος
—
ξυλόσομπα
—
ηλιοχρύσωμα
—
σφουγγαράς
—
αρπάγι
—
φλάμπουρο
—
βλάχικος
—
παραγοντίσκος
—
βοηθητικά
—
συνευρίσκομαι
—
αξύλιστος
—
υποδηματοβιομηχανία
—
υλιστής
—
βλάστηση
—
κατσικοπόδης
—
ψευτρού
—
εξανθράκιση
—
τεκνοκτονία
—
καταδρομικός
—
ιδές
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,