Новогреческий словарь
προσευχητάρι
προσευχητάρι
το
молитвенник
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
молитвенник
? —
προσευχητάρι
как с
(ново)греческого
переводится слово
προσευχητάρι
? — молитвенник
#
(ново)греческий словарь
—
σακχαροδιαβήτης
—
ευρωπαίος
—
καλλιστεύω
—
άνεγνοιος
—
ξασπρισμένος
—
κυριαρχικός
—
σαβάλη
—
συναύξηση
—
κορυφάδα
—
εύπνοια
—
αμάντρωτος
—
ανυποκρισία
—
γλυκοφεγγιάζω
—
λυκόφως
—
πάμπτωχος
—
ενδοκρανιακός
—
ψιάθιον
—
πεδούκλι
—
ωκυτόκιο
—
σφιχτοδεμένος
—
αζευγάρωτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,