Новогреческий словарь
αργότερο
αργότερο
:
τό ~ — самое позднее
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αργότερο
? —
#
(ново)греческий словарь
—
επταμηνίτης
—
μικροεπαγγελματίας
—
κατοπτροποιείον
—
αλφάδιασμα
—
αφιλοξένητος
—
αναροτρίωτος
—
τέλειωμα
—
προάσκηση
—
εναβρύνομαι
—
ασσαλος
—
ευπρόσδεκτος
—
ελοφράδα
—
αποκλειστικότητα
—
σελίδωση
—
προσευχητήριο
—
πάγκος
—
τεζάρω
—
έμμονος
—
ακουλούμιαστος
—
τοκίζω
—
υδρόμελι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,