Новогреческий словарь
έμβασμα
έμβασμα
το
денежный перевод
;
~ εκ... — перевод на сумму...
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
денежный перевод
? —
έμβασμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
έμβασμα
? — денежный перевод
#
(ново)греческий словарь
—
μαργαϊκός
—
αναψη
—
δικτυόδρομος
—
φωλιασμένος
—
οψαργάς
—
ξήρανση
—
αποκούμπα
—
αφιλότεχνος
—
πρωτόκλητος
—
δολερός
—
τετραετία
—
κάρα
—
χούμος
—
μηρυκαστικός
—
οικοδόμος
—
αχηβάδα
—
μπελλαντόνα
—
σαπωνοποιός
—
θεριακωμένος
—
κοσμητεία
—
αψιδωτός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,