σπάρθηκα

формы словаβ
σπάρθηκα
παθ. αόρ. от σπέρνω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово σπάρθηκα? —


επαναφορεύςσάρπαραδιοτεχνίααιωνιότηταπρολετάριοςστεγανότητααναπλειστηριάζωαλιπηγήτεκνοκτονίαφουκαριάραπαράτολμοςχαρτοφύλακαςΒιολέταεπίτευγμααπρόσμενοςκούλουρηαστακόχρωμοςαπόπλυμανοεμβριάτικοςβραζιλιανόςαναθυμώ




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit