Новогреческий словарь
κατάρραχο
κατάρραχο
το
горный хребет
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
горный хребет
? —
κατάρραχο
как с
(ново)греческого
переводится слово
κατάρραχο
? — горный хребет
#
(ново)греческий словарь
—
αυτοδηλητηρίαση
—
μονογονία
—
αναβλητικός
—
χταποδομακαρονάδα
—
μελλοντολογικός
—
συνταρακτικός
—
παφλάζων
—
ματαιόδοξος
—
βόθριον
—
επιθαλάσσιος
—
υπερώα
—
πραξικοπηματικά
—
πρόκληση
—
τάληρο
—
ανοσιουργός
—
γαυρωμένος
—
παραμάγειρος
—
ξαναδίδω
—
πιλάφι
—
παραγέρασμα
—
πράσο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,