Новогреческий словарь
εκδίκηση
εκδίκηση
η
месть, мщение, отмщение
;
από ~ — из мести
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
месть
? —
εκδίκηση
как на
(ново)греческом
будет слово
мщение
? —
εκδίκηση
как на
(ново)греческом
будет слово
отмщение
? —
εκδίκηση
как с
(ново)греческого
переводится слово
εκδίκηση
? — месть, мщение, отмщение
#
(ново)греческий словарь
—
ανοδικώς
—
μικροψυχία
—
ειδησεογραφικά
—
περίπου
—
εξάντληση
—
απορρίχνω
—
ιδεαλίστρια
—
αντίπνοος
—
αναπάντητος
—
φαβορί
—
αναθεμελιώνω
—
θσλοσσόνερο
—
στοχαστής
—
αποσβολώνομαι
—
σαινσιμονισμός
—
διαφθείρομαι
—
απόχηρος
—
ενυπόστατος
—
σύναυγα
—
περίοδος
—
συμπυκνωμένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,