αστυφύλαξ

формы словаβ
αστυφύλαξ
ο полицейский



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово полицейский? — αστυφύλαξ
как с (ново)греческого переводится слово αστυφύλαξ? — полицейский


ρατσίστριαδιφωνίαατομοκρατίαφυσιγγοδόχηκοτέμποροςκεκανονισμένοςμονομερήςδονητικόςμουνοχύσιμοδαιμονιότηςβοσκάρηςτετράχρονοςαναπόκριτοςενεργοβόροςγεωφυσικόςσπιρουνίζωκρυπτοκουκουέςυπερσυντέλικοςτρίστιχοαρριζοβόλητοςεπιβήτωρ




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit