Новогреческий словарь
κοσμοσύχναστος
κοσμοσύχναστ|ος
часто посещаемый, любимый
(о месте)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
часто посещаемый
? —
κοσμοσύχναστος
как на
(ново)греческом
будет слово
любимый
? —
κοσμοσύχναστος
как с
(ново)греческого
переводится слово
κοσμοσύχναστος
? — часто посещаемый, любимый
#
(ново)греческий словарь
—
στραβοκύτταγμα
—
ψαλιδίζω
—
αμερικανίζω
—
αμαγείρευτος
—
κοπάδι
—
πυρογραφω
—
εναντία
—
οξυντικός
—
βύδρα
—
κλωστοϋφαντουργίνα
—
περιτυλίγω
—
ανδρογόνα
—
κατάπνιξη
—
αφορμάριστος
—
ασπρίλα
—
παλάντζα
—
αφαλοκόβω
—
δαιμονικός
—
χαρτομάζα
—
κινηματίας
—
παιδικάτα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,