θερμοκηπιακός

формы словаβ
θερμοκηπιακός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово θερμοκηπιακός? —


κωλομπαράςυπερψύχωχειμερινόςμακροτάξιδοςκοκορόμυαλοςαβαθύρριζοςσαμπρέλαυμνογράφοςτέρπωγιατάκιλατρευτόςσώγαμπροςσυμπεριφορισμόςερευνημένοςπανθεϊσμόςπαιδοτρίβηςζηλωτόςφοβισμένοςφθείριοςβαθύτηταδηλῶ




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit