ιταλιωτικός

формы словаβ
ιταλιωτικός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ιταλιωτικός? —


θραυστήραποσκευάζωκαλωδιώνωμάλθηεκτομίαςθρασομάνιασφυκτικότηςζέγουναςκαρυόφυλλοαλειμματοκέριαεικύμαντοςψυχοβιολογισμόςεναντιότηταάχαροςφρατρικόςφιδιασμένοςλιζάρικόκκυξπερισποόδαστοςκακόςεμπληρώνω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit