Новогреческий словарь
λευτερώνομαι
λευτερώνομαι
разрешаться от бремени, рожать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
разрешаться от бремени
? —
λευτερώνομαι
как на
(ново)греческом
будет слово
рожать
? —
λευτερώνομαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
λευτερώνομαι
? — разрешаться от бремени, рожать
#
(ново)греческий словарь
—
εξωθώ
—
υδρόρροια
—
ξεσπάω
—
αφορεσμός
—
ανθρωπομορφικά
—
αρματολικός
—
ψαχνό
—
αυλακοχαράκτης
—
αναληπτικός
—
αισθηματολογικός
—
διόρραχο
—
λυσσιάρης
—
απόρρητος
—
ανειλικρίνεια
—
αμπελουρίδα
—
ανυδρία
—
υπολογιστής
—
μουγκρητό
—
μανίτσα
—
μονοπληγία
—
αμυγδαλόφλουδα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,