Новогреческий словарь
λαϊκιστικός
λαϊκιστικός
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
λαϊκιστικός
? —
#
(ново)греческий словарь
—
μεσοσπονδύλιος
—
αναιρετικός
—
αμλετισμός
—
φελλόδρυς
—
ανωδομή
—
απαβγουλιάζω
—
εξωγαμία
—
απογραφέας
—
απιλογιέμαι
—
νυχτοπάλεμα
—
παπάρι
—
κήτος
—
εκπορνεύω
—
μεσίστιος
—
οικόσιτος
—
αδιακανόνιστος
—
αμαξογώγιον
—
βιολόλυρα
—
ανυπακοή
—
πίτυς
—
αρχεγονία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,