συμβιβαστικότητα

формы словаβ
συμβιβαστικότητα



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово συμβιβαστικότητα? —


ανασβολιάδιασπάθησηεγχειρισμόςαγωνιστικόςαγριοπόταμοςανέστιοςαφθονώολιγόζωοςαιμοδυναμικήψώνιοκτήτοραςκαλούπιετερόχρονοςξεβούλωτοςθεμελιώδηςέδυνξεδιψάωψιλοδουλειάσκέβρωμαπαραγγελιοδότιςλαμνοκωπώ




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit