Новогреческий словарь
μουθουνητό
μουθουνητό
το 1)
сопение
;
2)
гнусавость
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сопение
? —
μουθουνητό
как на
(ново)греческом
будет слово
гнусавость
? —
μουθουνητό
как с
(ново)греческого
переводится слово
μουθουνητό
? — сопение, гнусавость
#
(ново)греческий словарь
—
γαλατού
—
ξεχώνω
—
απολίτιστα
—
χρωματιστικός
—
σμυριδοφύλακας
—
επέσχον
—
αντιπαροχή
—
εισπνεόμενο
—
ανερρούφα
—
λεμφοσάρκωμα
—
σιτηρά
—
θράκα
—
ξινήθρα
—
μάλθη
—
δελίνι
—
ανειρήνευτα
—
Κρόνος
—
αντίφραση
—
πτερώνομαι
—
δεκαεπταέτης
—
μπότζι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,