Новогреческий словарь
ωκύπτερος
ωκύπτερ|ος
поэт.
быстрокрылый, быстролётный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
быстрокрылый
? —
ωκύπτερος
как на
(ново)греческом
будет слово
быстролётный
? —
ωκύπτερος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ωκύπτερος
? — быстрокрылый, быстролётный
#
(ново)греческий словарь
—
επιδίδω
—
φακιρικός
—
αντιστήριξη
—
αγγειεκτασία
—
φαλαγγίτισσα
—
βορά
—
επιγραφικός
—
ανέμπληγος
—
χαράδρα
—
αεροναυπηγία
—
πενηνταριά
—
επαλληλία
—
παραφυλάσσω
—
ανεγνοιασιά
—
ομοιοθερμία
—
φοιτήτρια
—
αλλοτριογομία
—
αμερικανοκρατούμενος
—
φεγγαροβραδιά
—
Θεοκυήτωρ
—
παρατραβηγμένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,