Новогреческий словарь
πλειοδοτών
πλειοδοτών
набивающий цену
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
набивающий цену
? —
πλειοδοτών
как с
(ново)греческого
переводится слово
πλειοδοτών
? — набивающий цену
#
(ново)греческий словарь
—
αρλούμπα
—
ακαδημαϊκώς
—
φαινικό
—
προσμένω
—
γοργογιάνι
—
ζυθοποιείο
—
ανεμοφόρητος
—
αποστέκω
—
συμβαλλόμενος
—
αντεπαναστατώ
—
πνθυμάω
—
ανέρχομαι
—
αμυλούχος
—
φιλότιμος
—
μετανάστευση
—
κυνηγός
—
εγκατεστημένος
—
διαμαγνητικότητα
—
προτύτερος
—
μπαλιά
—
καμφουρά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,