πολυβολητ|ής

формы словаβ
πολυβολητ|ής
ο пулемётчик



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово пулемётчик? — πολυβολητής
как с (ново)греческого переводится слово πολυβολητής? — пулемётчик


προικιάτικοςανωκάτωκαλαϊτζήςπαίκτηςκαρέλιβελγικόςκαλλιέργειαδοξοπηγήνευρίτιδαδιαρρηγνύωξεθερμίζωαμέριμναηλιόβολοςυπερκορεσμόςσεισμογενήςπαρόργισητραμπούκοζελατίναγιόκαςπρογραμματίζωστατική




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit