ψηλοκρεμαστά

формы словаβ
ψηλοκρεμαστά
навесно;
          τούριξα τό τόπι ~ — спорт. [phrase]я ему подал навесной мяч[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово навесно? — ψηλοκρεμαστά
как с (ново)греческого переводится слово ψηλοκρεμαστά? — навесно


ιμάνταςπολλαχούδεσπόζουσαρυμουλκημένοςυπνοθεραπευτικόςηθικολογίαβρυχώμενοςελάτηςτροχαϊκόςαφυπνίζωκιννάμωμονερευνητνκότηταξεβαβουλίζωγουρουνοασβόςανακηρύσσωγυφτάκιαυτοαποκαλούμενοςμποσικάδαορνιθοειδήςπρήστοςσαθρός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit