ασκήτρια

формы словаβ
ασκήτρια



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ασκήτρια? —


βουλιάζωπαραφέρομαιπιτσιρίκαστωμύλοςδιδακτέοςελαφρόςσυνωμοτισμόςψυχροφοβίααναληφθείςδιερώτησηακώλυτοςκλαγγάζωγρήγοραγονιμότητατερματισμόςκατωσέντονοελμινθοβότανονπολύφιλοςψαροτόμαροεπικριτήςπαρακείμενος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit