ζῶ

формы словаβ
ζῶ



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ζῶ? —


αλάρωμπανίζωχοντρογυναίκαδουλάπιανάλλαγασφόνδυλοςγλαυκίοπιςξεμεσημεριάζομαιεισηγησάμηνμεταμέρειαελαιοπαραγωγόςδέψηςαυτοακρωτηριάζομαιπληρότηταασφυκτικάκατηγοράωειδησεογραφικόςσωματάρχηςαψόφιστοςαργοπατώγιγαντοοθόνη




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit