Новогреческий словарь
ουτοπιστικός
ουτοπιστικός
утопистский, относящийся к утописту
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
утопистский
? —
ουτοπιστικός
как на
(ново)греческом
будет слово
относящийся к утописту
? —
ουτοπιστικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
ουτοπιστικός
? — утопистский, относящийся к утописту
#
(ново)греческий словарь
—
ακροποταμιά
—
ευκαμψία
—
αποστρατιωτικοποιημένος
—
ουσιαστικά
—
απηνής
—
πολυδάκτυλος
—
φτού!
—
διατρέχω
—
ηλεκτρικό
—
ακρεβάτωτος
—
βρωμόγλωσσος
—
αλληλοβόρος
—
προφανής
—
κοινωνώ
—
ελεεινολογώ
—
ευορκία
—
απίστωτος
—
χασματίας
—
αγάπισμα
—
κοπρισιά
—
βόμβυξ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,