διαφοροποιημέν|ος

формы словаβ
διαφοροποιημέν|ος
дифференцированный



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово дифференцированный? — διαφοροποιημένος
как с (ново)греческого переводится слово διαφοροποιημένος? — дифференцированный


ζωοσπόριονξεφούντωτοςχειραγωγόςβολεμένοςπερίπτυξηαποδήμησηαδιήθητοςαγέρωχοςιστιοποιείονκονιορτόςκολοκυθοκεφτέςξετσίπωταέβγαφλάμπουρογκάβακαςεκλεκτικισμόςσχηματοποιώτραυλίζωαντίπλουςώαρωμαντζ




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit