Новогреческий словарь
δάγκαναρι
δάγκαναρι
το (чаще мн.ч. ) 1)
клешня
;
2)
клещи, щипцы
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
клешня
? —
δάγκαναρι
как на
(ново)греческом
будет слово
клещи
? —
δάγκαναρι
как на
(ново)греческом
будет слово
щипцы
? —
δάγκαναρι
как с
(ново)греческого
переводится слово
δάγκαναρι
? — клешня, клещи, щипцы
#
(ново)греческий словарь
—
κεραμωτός
—
εποχιακός
—
πατρότητα
—
τζογιά
—
διορθώνω
—
κολάκευμα
—
αληθεύω
—
αρνήσιος
—
σαφής
—
σφουγγοκωλάριος
—
καταγγελία
—
κατακαημένος
—
κατάμεστος
—
εκτρέχω
—
παρατραβάω
—
δασολογία
—
διακλαδούμαι
—
αντεγκληματώ
—
απόζυμο
—
κουρελιάζω
—
επιον
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,