Новогреческий словарь
αγγλικανός
αγγλικανός
англиканского вероисповедания
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
англиканского вероисповедания
? —
αγγλικανός
как с
(ново)греческого
переводится слово
αγγλικανός
? — англиканского вероисповедания
#
(ново)греческий словарь
—
δυναμοδείκτης
—
διαμέτρηση
—
διαγκώνιση
—
πλήν
—
πριονάκι
—
πανευτυχής
—
γλωσσολόγος
—
αλμύρα
—
ανήκουστος
—
πολυδουλεμένος
—
τρίμερος
—
ταπί
—
κωδικοποιούμαι
—
αιματοθεραπεία
—
πολιτικομανία
—
φουρνάρισσα
—
μουκαλιτλίκι
—
κούρεμα
—
ολόχρυσος
—
λινόπανο
—
ξενοφανής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,