Новогреческий словарь
αναπέφτω
αναπέφτω
(αόρ. ανάπεσα)
падать навзничь
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
падать навзничь
? —
αναπέφτω
как с
(ново)греческого
переводится слово
αναπέφτω
? — падать навзничь
#
(ново)греческий словарь
—
υποδηματοβιομήχανος
—
κατελώ
—
μετανάστης
—
κατάντημα
—
μεταξοβιομήχανος
—
κομπογιαννίτισσα
—
παρόχθιος
—
χώμος
—
εθελοδουλία
—
ατούφεκος
—
οινοποσία
—
πυοδερμίτιδα
—
καλαφατιστήρι
—
εγωιστικά
—
μητρώος
—
αποστέλνω
—
δός
—
λιθογόνος
—
επισήμανση
—
στυφότητα
—
αχνιάζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,