βλαστημώ

формы словаβ
βλαστημώ
богохульствовать; проклинать; ругать(ся), бранить(ся);
          βλαστήμα τα (κι' αναθεμάτιζε τα)! — [phrase]пропади всё пропадом![/phrase]



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово βλαστημώ? —


καταματωμένοςάσφαχτοςκαινοτομίαβουστάσιοπεντάκλωνοςημιάνοικτοςχρονιότηταοριστικάσυγγενολόικαταλυτικάσπούδαγμαγκρεμνίζομαιαντισπασμωδικόςδιωκτικόςευπρόσβλητοςοικογενειάρχηςαπόκορμοριζοβολάωΓιαπωνέζαπρύμναθωριά




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit