Новогреческий словарь
διοριζόμενος
διοριζόμενος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
διοριζόμενος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
σάλιωμα
—
σημαδεύομαι
—
Ιταλός
—
κοσμοσωτήριος
—
ακοινοποίητος
—
αμετάλλακτος
—
καρδιολόγος
—
φρενίτιδα
—
ψαλτική
—
καρέκλα
—
συμπέθερος
—
ποδηλατάδικο
—
αγριοβλέπω
—
αναγορεύομαι διδάκτωρ
—
αμουνούχιστος
—
αγουρογερνώ
—
ενέχω
—
αποσταμένος
—
κρινάκι
—
όγκωμα
—
πισώπλατα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,