Новогреческий словарь
μπακαλόπουλο
μπακαλόπουλο
το
мальчик в продуктовой лавке
(о подростке)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
мальчик в продуктовой лавке
? —
μπακαλόπουλο
как с
(ново)греческого
переводится слово
μπακαλόπουλο
? — мальчик в продуктовой лавке
#
(ново)греческий словарь
—
μπρούσικος
—
τρωτότητα
—
φυτοτοξίνη
—
νωθρός
—
ανορμος
—
διαδηλωτής
—
παρασημαίνω
—
καμαρώνω
—
σαμντάνι
—
ψαραγάνα
—
σωμάτιο
—
αψήλου
—
δημεγέρτης
—
φρικτά
—
αποστομωτικός
—
κατάφαρκτος
—
ιστιοδρομώ
—
αντικαταστατός
—
τριακονταετής
—
ζουνάρι
—
αερότοπος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,