ναυπηγοεπισκευαστικός

формы словаβ
ναυπηγοεπισκευαστικός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ναυπηγοεπισκευαστικός? —


διδάκτυλοςαπογύμνωσηπαγούρικαρδιολόγοςκαλλισωμοςλεπριώθλιμμένοςαθανάτιστοςαραθυμώνωαποστραβώνωκρουνόςγυψάδικολιθοθρυψίαδιχοτόμοςαβαντσάρισμαμαλακτικότηταπεριστοιχίζωφασκελώνωφουχτίζωκρόκηβαρύοσμος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit