Новогреческий словарь
συνεπτυγμένος
συνεπτυγμέν|ος
сжатый, краткий
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сжатый
? —
συνεπτυγμένος
как на
(ново)греческом
будет слово
краткий
? —
συνεπτυγμένος
как с
(ново)греческого
переводится слово
συνεπτυγμένος
? — сжатый, краткий
#
(ново)греческий словарь
—
αργυρολόγος
—
ανθεκτικός
—
βάλλοντας
—
ελβετίδα
—
κουφιοκεφαλάκης
—
μαυρολέλεκας
—
ρουβίνιο
—
παγούρι
—
αεροσκάφος
—
αιγιάλειος
—
ενόψει
—
ξεφουρνίζω
—
κεφάτος
—
διαγώνια
—
αλφαδιάζω
—
αυτοεπιβολή
—
βαριοχτυπώ
—
εξαγορευτής
—
αιμωδίασμα
—
γαριερός
—
κόρα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,